search

ΑΡΘΡΑ

Η επικείμενη έλευσή του στην Ελλάδα για το Winter Plisskën Festival 2018 (Σάββατο 8 Δεκεμβρίου, στο Piraeus 117 Academy), μας δίνει την ευκαιρία να επισκεφθούμε ξανά έναν από τους συζητημένους ηλεκτρονικούς δίσκους των '00s...

φωτογραφίες: James DeAra

Αρκετοί μουσικόφιλοι συσχετίζουν τα '00s με μια κάμψη της ηλεκτρονικής έκφρασης, σε σύγκριση με το τι είχε συμβεί στη δεκαετία του 1990. Στα πρώτα πάντως χρόνια του νέου μιλένιουμ δεν καταγράφεται οπισθοχώρηση, αν και σημειώνεται μια καίρια μετατόπιση: δίπλα δηλαδή στην trance έκρηξη που προσωποποίησε το "Kernkraft 400" των Zombie Nation και στη μαζική clubbing διασκέδαση που ακόμα καλά κρατούσε στο Cream και στην Ιμπίθα, αρθρώθηκε το Since I Left You των Avalanches (2000), το Discovery των Daft Punk (2001) και το Dead Cities, Red Seas & Lost Ghosts των M83 (2003).


Αυτό ήταν το περιβάλλον στο οποίο ντεμπούταρε το 2003 ο Nathan Fake, ένας 20χρονος Βρετανός από ένα χωριό της East Anglia, που κατάφερε με το "Outhouse" να βρεθεί στη Border Community του James Holden –και από εκεί στα club της εποχής. Πεδίο άσκησής του τα beats, το βουητό των μπασογραμμών, τα μελωδικά synths. Στα επόμενα 3 χρόνια, μάλιστα, θα αποδείκνυε με αρκετά ακόμα ΕΡ ότι τη μιλούσε καλά τη γλώσσα του tech και του progressive house, ήχου που έκανε τότε θραύση και στην Ελλάδα· θυμηθείτε ότι 2003 ξεκίνησε και η δράση της Klik Records.



Το πρώτο σημάδι διαφορετικών ανησυχιών εμφανίστηκε το 2004 με το ΕΡ The Sky Was Pink, το οποίο επαινέθηκε με αμηχανία από το Resident Advisor, που το βρήκε μεν «μοναδικό», μα σημείωσε ότι «προφανώς δεν είναι κομμάτι για τις πίστες», δηλώνοντας προτίμηση για το club-friendly remix του James Holden. Αν βέβαια οι συντάκτες του Resident Advisor δεν ήταν τόσο απασχολημένοι με το σύμπαν των μεγάλων club, ίσως και να είχαν ακούσει το Dead Cities, Red Seas & Lost Ghosts των M83, αφήνοντας τη «μοναδικότητα» για άλλες περιστάσεις.

80ddNthF_2.jpg

Δεν είναι τυχαίο ότι, λίγο αργότερα, το original mix του "The Sky Was Pink" έγινε τμήμα του πρώτου ολοκληρωμένου άλμπουμ του Nathan Fake: υπάρχει μια ευθεία γραμμή που οδηγεί από το ΕΡ του 2004 στο Drowning In A Sea Of Love του 2006. Τη δουλειά εκείνη δηλαδή που έκανε τον Fake γνωστό και έξω από τους tech/prog house κύκλους και μπορεί ακόμα στις μέρες μας, 12 χρόνια μετά, να δημιουργεί ανυπομονησία για την επικείμενη εμφάνισή του στο Winter Plisskën Festival 2018 (Σάββατο 8 Δεκεμβρίου, στο Piraeus 117 Academy).

Για να είμαστε σαφείς και ειλικρινείς, το Drowning In A Sea Of Love δεν θα έχαιρε της φήμης που το συνοδεύει, αν δεν το αγκάλιαζε ένα κατά βάση indie κοινό με «αυτί» για πιο ηλεκτρονικά πράγματα· αφενός έχοντας καλομάθει με τους M83, αφετέρου έχoντας τσιμπήσει το folktronica δόλωμα εκείνων των καιρών.

Σήμερα, βέβαια, η όλη «folktronica» υπόθεση μπορεί επιτέλους να ξεσκεπαστεί ως μία από τις χειρότερες στιγμές του εναλλακτικού Τύπου. Ο τελευταίος προσπαθούσε τότε να φτιάξει ένα υποείδος δίχως αληθινή υπόσταση, ίσως για να δώσει στους θιασώτες της κουλτούρας την ψευδή αίσθηση ότι «ακούν πολλά πράγματα», σε μια εποχή όπου ήταν αναγκαία μια τέτοια εντύπωση, καθώς έπεφταν γοργά τα παλιά τείχη διαχωρισμού των ειδών. Για τους υπόλοιπους, βέβαια, οι κάθε Tunng αυτού του κόσμου δεν ξεγέλασαν κανέναν, μένοντας ως ό,τι ακριβώς ήταν: indie μπάντες, που απλά φλέρταραν λίγο με την πιο εγκεφαλική πλευρά της electronica εποποιίας των 1990s (και κατά βάση αγαπούσαν τον Four Tet). Ο ίδιος ο Nathan Fake έπαιξε συνειδητά με το όλο κλίμα, καθώς στο δελτίο Τύπου της Border Community το Drowning In A Sea Of Love οριζόταν ως ...«rocktronica»!

80ddNthF_3.jpg

Εν τέλει, το indie ήταν απλά μια διάσταση σε ένα οικοδόμημα με ευδιάκριτες ρίζες στους Μ83. Αφαιρώντας τις σκοτεινές πτυχές των Boards Of Canada και προσεγγίζοντας την αισθητική του Carl Craig στο Lancruising (1995), ο Fake κρατούσε το πράγμα λιτό και γενικά μακριά από τα beats, προσπαθώντας για ένα αποτέλεσμα με κολάζ χαρακτήρα και άμεσο συναισθηματικό αντίκτυπο, το οποίο έμοιαζε με νοητή σπείρα στο τέλος της ακρόασης. Κομμάτια σαν το "Stops", το "You Are Here" ή το "Charlie's House" υπογραμμίζουν τόσο τη διακριτική διάσταση των ηλεκτρονικών του, όσο και τις γέφυρες που αποπειράθηκε να βρει με το shoegaze και κυρίως με τους Flaming Lips του Yoshimi Battles The Pink Robots (2002). Όσοι δε έβρισκαν «στεγνή» μια τέτοια ενατένιση του παλιότερου IDM και μάλλον προφανή τα όσα άκουγαν σε τέτοια στιγμιότυπα, μπορούσαν να αναζητήσουν καταφύγιο στο original mix του "The Sky Was Pink" ή στο "Superpositions".

Ο Nathan Fake δεν ήταν βέβαια πρωτοπόρος και αυτό ίσως δυσκόλεψε τα πράγματα για εκείνον στην πορεία, καθώς δεν έφτασε ξανά σε κάποια δουλειά που να συζητηθεί με ανάλογα ευρύ τρόπο –παρότι οι δημιουργικές του μέρες δεν έχουν τελειώσει, όπως έδειξε η περσινή του «μετακόμιση» στο label της Ninja Tune, όπου και έβγαλε το πιο πρόσφατο άλμπουμ του. 12 χρόνια μετά, πάντως, το Drowning In A Sea Of Love φαίνεται να έχει βρει μια θέση στη συνείδηση των φίλων των ηλεκτρονικών, είτε ως  στάνταρ επιλογή για όσους ψάχνουν τους ακολουθητές των Μ83 του Dead Cities, Red Seas & Lost Ghosts (όπως θεωρώ εγώ), είτε ως σημαντική ψηφίδα του στυλ που ορίζεται ως downtempo (όπως θεωρούν ορισμένοι άλλοι).